Δεν είμαι αυτός που θα πει ότι το είχε ανάγκη. Αλλά εκείνη την περίοδο, ήμουν κολλημένος. Ξυπνούσα, δουλειά, γυρνούσα, ύπνος. Ξανά. Και ξανά. Σαν ρολόι που δεν σταματάει αλλά ούτε και δείχνει σωστή ώρα. Η φίλη μου μού είχε πει “μην αφήσεις να σε φάει η ρουτίνα”. Της έδωσα δίκιο. Αλλά δεν ήξερα πώς να την σπάσω – δεν είχα χρήματα για ταξίδια, ούτε την ενέργεια για χόμπι. Είχα μόνο μία οθόνη και λίγη περιέργεια.
Μία Κυριακή απόγευμα, με αφόρητη βαρεμάρα, άρχισα να ψάχνω “τι παίζει ο κόσμος στο κινητό”. Όχι σοσιαλ μίντια – εκεί με κουράζουν. Κάτι διαφορετικό. Τότε έπεσα πάνω σε μία συζήτηση. Κάποιος ρώτησε “ποια είναι τα καλυτερα καζινο για κάποιον που δεν έχει ξαναπαίξει;”. Οι απαντήσεις ήταν πολλές. Ένας χρήστης είχε γράψει μία μακροσκελή ανάλυση, σχεδόν σαν δοκίμιο. Μιλούσε για ασφάλεια, για ταχύτητα πληρωμών, για το ότι η διασκέδαση δεν έχει ηλικία. Τον πίστεψα γιατί δεν προσπαθούσε να πουλήσει τίποτα – απλά μοιραζόταν μία εμπειρία.
Αποφάσισα να το κάνω.
Μπήκα σε μία πλατφόρμα που πρότεινε. Η εγγραφή πήρε λιγότερο από πέντε λεπτά. Δεν χρειάστηκε καν να βάλω χρήματα για την αρχή – μου έδωσαν 10 δωρεάν γύρισμα χωρίς καμία υποχρέωση. “Αν δεν σου αρέσει, φεύγεις”, έλεγε το μήνυμα. Και αυτή η ειλικρίνεια με κέρδισε. Ξεκίνησα να πατάω spin σε ένα φρουτάκι με φρούτα, απλό, χωρίς πολλά φώτα. Έχασα τα επτά πρώτα γυρίσματα. Στο όγδοο, βγήκαν δύο πορτοκάλια. Και μετά ένα κεράσι. Τίποτα σπουδαίο. Αλλά όταν είδα 2 ευρώ να προστίθενται στο υπόλοιπο, ένιωσα μία μικρή έκρηξη αδρεναλίνης. Δύο ευρώ. Γελοίο ποσό. Αλλά ήταν δικά μου. Κι εγώ δεν είχα δώσει τίποτα.
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Όχι από αγωνία – από σκέψη. Σκεφτόμουν ότι τελικά η ρουτίνα σπάει με μικρά πράγματα. Δύο ευρώ από το πουθενά. Μία μικρή απόδραση σε έναν κόσμο χρωμάτων και ήχων. Αποφάσισα ότι αυτό ήθελα: όχι να πλουτίσω, αλλά να έχω ένα κουμπί διαφυγής για τα απογεύματα που με πλακώνει η μονοτονία.
Λίγες μέρες αργότερα, έκανα την πρώτη μου κατάθεση. 20 ευρώ. Είχα ήδη αποφασίσει: αν τα χάσω, τέλος. Δεν ξαναβάζω μέχρι τον επόμενο μήνα. Το είχα γράψει σε ένα χαρτάκι και το είχα κολλήσει δίπλα στην οθόνη. “Όριο: 20 ευρώ κάθε φορά”. Μπήκα σε ένα ζωντανό παιχνίδι ρουλέτας. Ο ντίλερ ήταν ένας χαμογελαστός άντρας με γραβάτα. Του άρεσε να λέει “καλή επιτυχία” σε κάθε παίκτη. Άρχισα να παίζω μικρά ποσά – 1 ευρώ, 2 ευρώ. Κέρδιζα μία, έχανα δύο. Για μία ώρα, απλά υπήρχα εκεί, μακριά από την δουλειά, μακριά από τις υποχρεώσεις. Όταν τελικά σηκώθηκα, είχα χάσει 13 ευρώ. Αλλά δεν ένιωσα άσχημα. Γιατί είχα κερδίσει κάτι άλλο: 60 ολόκληρα λεπτά που δεν σκεφτόμουν τίποτα.
Μετά από λίγο καιρό, άλλαξα τακτική. Δεν ήθελα να χάνω πάντα. Έψαξα, διάβασα, ρώτησα. Έμαθα ότι τα καλυτερα καζινο προσφέρουν προγράμματα επιβράβευσης και μικρά μπόνους επιστροφής. Επίλεξα να παίζω μόνο σε ένα συγκεκριμένο site, για να μαζεύω πόντους. Δεν το έκανα για τα λεφτά – το έκανα για την αίσθηση ότι χτίζω κάτι, ακόμα κι αν ήταν εικονικό. Κάθε φορά που έπαιρνα ένα μικρό μπόνους, γέλαγα. Ήταν σαν να μου έλεγε η πλατφόρμα “γεια σου φίλε, ξέρουμε ότι είσαι εκεί”. Εκτίμηση. Μικρή, αλλά ζεστή.


